Όταν η επιτυχία μοιάζει… λάθος.


Στην αρχή μοιάζει με απλή ανασφάλεια. Ένα μικρό σφίξιμο πριν από ένα meeting, μια σκέψη που περνάει φευγαλέα από το μυαλό: «Κι αν δεν είμαι αρκετά καλός/ή;» Σύντομα όμως αυτή η σκέψη γίνεται φωνή. Και η φωνή επιμένει. Αυτό είναι το σύνδρομο του impostor – το αίσθημα ότι δεν αξίζεις πραγματικά τη θέση, την αναγνώριση ή την επιτυχία σου, και ότι αργά ή γρήγορα κάποιος θα το καταλάβει.

Οι νέοι επαγγελματίες είναι από τις ομάδες που το βιώνουν πιο έντονα. Βγαίνουν στην αγορά εργασίας με προσόντα, σπουδές, skills και όρεξη, αλλά βρίσκονται σε έναν κόσμο που απαιτεί τα πάντα: ταχύτητα, αυτοπεποίθηση, προσαρμοστικότητα, τελειότητα. Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Με πιο έμπειρους συναδέλφους, με συνομήλικους που «φαίνεται να τα έχουν καταφέρει», με προφίλ στο LinkedIn που μοιάζουν άψογα στημένα. Και κάπου εκεί γεννιέται η αμφιβολία.

Το impostor syndrome δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι ικανός. Το αντίθετο, συνήθως. Συχνά αφορά ανθρώπους ευσυνείδητους, με υψηλές απαιτήσεις από τον εαυτό τους, που δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν την αξία τους. Κάθε επιτυχία αποδίδεται στην τύχη, στη συγκυρία ή στη βοήθεια άλλων. Κάθε λάθος γίνεται απόδειξη ανεπάρκειας. Το αποτέλεσμα; Εσωτερική πίεση, εξάντληση και ένας διαρκής φόβος έκθεσης.

Στους νέους επαγγελματίες, το σύνδρομο αυτό ενισχύεται και από την έλλειψη εμπειρίας. Όταν δεν έχεις ακόμα χτίσει μια σταθερή επαγγελματική ταυτότητα, κάθε feedback μοιάζει καθοριστικό. Ένα σχόλιο, μια σιωπή, μια καθυστέρηση απάντησης μπορεί να ερμηνευτεί ως απόρριψη. Κι έτσι, αντί να μαθαίνεις και να εξελίσσεσαι, προσπαθείς απλώς να «μην φανείς».

Το παράδοξο είναι ότι το impostor syndrome σπάνια φαίνεται προς τα έξω. Οι περισσότεροι συνεχίζουν να δουλεύουν σκληρά, να αποδίδουν, να υπερπροσπαθούν. Μέσα τους όμως νιώθουν ότι παίζουν έναν ρόλο. Ότι δεν είναι «αρκετοί ακόμα». Ότι χρειάζονται ένα ακόμη πτυχίο, ένα ακόμη project, μια ακόμη επιβεβαίωση για να επιτραπεί στον εαυτό τους να νιώσει ασφάλεια.

Η κουλτούρα της συνεχούς σύγκρισης και της επιτυχίας που προβάλλεται ως δεδομένη δεν βοηθά. Σπάνια μιλάμε για το πόσο χαμένοι νιώθουμε στην αρχή, για τα λάθη, για τις μέρες που αμφιβάλλουμε για τα πάντα. Κι όμως, αυτή η αβεβαιότητα είναι μέρος της διαδρομής. Δεν είναι ένδειξη αποτυχίας, αλλά εξέλιξης.

Το πρώτο βήμα για να αντιμετωπιστεί το σύνδρομο του impostor είναι η αναγνώριση. Να καταλάβεις ότι δεν είσαι μόνος/η. Ότι αυτό που νιώθεις το έχουν νιώσει –και συνεχίζουν να το νιώθουν– πολλοί ικανοί άνθρωποι. Το δεύτερο είναι να μάθεις να δέχεσαι την επιτυχία χωρίς αστερίσκους. Δεν χρειάζεται να την αποδομήσεις για να είσαι ταπεινός/ή. Και τέλος, να θυμάσαι ότι κανείς δεν ξεκινάει γνωρίζοντας τα πάντα.

Η επαγγελματική ωρίμανση δεν έρχεται όταν πάψεις να αμφιβάλλεις, αλλά όταν συνεχίζεις παρά την αμφιβολία. Και ίσως τότε, σιγά σιγά, η φωνή του impostor να χαμηλώσει. Όχι γιατί εξαφανίστηκε, αλλά γιατί εσύ έμαθες να εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου λίγο περισσότερο.