Όταν η ανάγκη για αποδοχή γίνεται τρόπος ζωής και η ταυτότητα μετατρέπεται σε άμυνα.
Υπάρχει μια στιγμή, συνήθως όχι θεαματική ούτε ξεκάθαρη, όπου συνειδητοποιείς ότι μεγάλο μέρος της ζωής σου δεν το έζησες για εσένα. Το έζησες σαν απάντηση. Σαν αντίλογο. Σαν προσπάθεια να πείσεις τους άλλους ότι δεν είσαι αυτό που φοβούνται, αυτό που υποθέτουν, αυτό που νομίζουν πως βλέπουν με την πρώτη ματιά. Εκεί αρχίζει η εξάντληση.
Το να προσπαθείς να αποδείξεις τον εαυτό σου στους άλλους σπάνια ξεκινά από ματαιοδοξία. Συνήθως ξεκινά από φόβο. Φόβο μήπως παρεξηγηθείς, μήπως υποτιμηθείς, μήπως σε στριμώξουν σε μια ταμπέλα που δεν διάλεξες. Μαθαίνεις από νωρίς ότι για να είσαι ασφαλής πρέπει να εξηγείσαι. Να είσαι λίγο πιο ήσυχος, λίγο πιο καλός, λίγο πιο χρήσιμος. Να μη θυμώνεις πολύ, να μη ζητάς πολλά, να μη γίνεσαι βάρος.
Έτσι αρχίζεις να χτίζεις έναν εαυτό λειτουργικό. Έναν εαυτό που ξέρει πώς να κινείται ανάμεσα στους άλλους χωρίς να προκαλεί ενόχληση. Μαθαίνεις να διαβάζεις δωμάτια, να προλαβαίνεις αντιδράσεις, να κόβεις κομμάτια σου πριν καν σου ζητηθεί. Δεν το λες θυσία. Το λες ωριμότητα, ευγένεια, κατανόηση. Κι όμως, βαθιά μέσα σου, κάτι σφίγγεται.
Το πρόβλημα με το να αποδεικνύεις συνεχώς ποιος είσαι είναι ότι σιγά σιγά ξεχνάς ποιος είσαι όταν δεν σε κοιτάει κανείς. Οι επιλογές σου αρχίζουν να έχουν κοινό. Οι αντιδράσεις σου φιλτράρονται. Ακόμα και ο θυμός σου γίνεται προσεκτικός, σχεδόν ντροπαλός. Δεν είναι ότι δεν θυμώνεις. Είναι ότι δεν νιώθεις πως έχεις το δικαίωμα να το κάνεις.

Κάπου εκεί γεννιέται και η σύγχυση. Γιατί όσο περισσότερο προσπαθείς να αποδείξεις ότι είσαι καλός, ασφαλής, άξιος αγάπης, τόσο λιγότερο αυτή η αγάπη σε γεμίζει. Πάντα θα υπάρχει κάποιος που δεν πείθεται. Κάποιος που θέλει κι άλλα στοιχεία, κι άλλες αποδείξεις, κι άλλη υπομονή. Και εσύ κουράζεσαι, όχι επειδή δεν είσαι αρκετός, αλλά επειδή το παιχνίδι δεν τελειώνει ποτέ.
Η αλήθεια είναι σκληρή αλλά απελευθερωτική. Οι άνθρωποι που σε βλέπουν μέσα από προκαταλήψεις σπάνια αλλάζουν γνώμη επειδή εσύ εξηγείσαι καλύτερα. Συχνά απλώς μετακινούν το όριο. Και εσύ συνεχίζεις να τρέχεις πίσω από μια αποδοχή που πάντα απομακρύνεται λίγο ακόμη.
Το πραγματικό κόστος δεν είναι η απόρριψη. Είναι η απόσταση από τον εαυτό σου. Όταν σταματάς να ακούς τι θέλεις εσύ για να ακούς τι περιμένουν οι άλλοι. Όταν η φωνή σου χαμηλώνει τόσο που στο τέλος δυσκολεύεσαι να την αναγνωρίσεις. Όταν αρχίζεις να πιστεύεις ότι η αξία σου εξαρτάται από το πόσο άνετους κάνεις τους γύρω σου.
Κάποια στιγμή όμως κάτι ραγίζει. Μπορεί να είναι ένα όριο που ξεπεράστηκε, μια αδικία, μια σωματική ή ψυχική εξάντληση. Και τότε έρχεται η επίγνωση. Ότι το να αποδεικνύεις τον εαυτό σου δεν είναι ταυτότητα. Είναι μηχανισμός άμυνας. Ένας τρόπος να επιβιώνεις σε περιβάλλοντα που δεν σε χωρούν ολόκληρο.
Η απελευθέρωση δεν έρχεται όταν πείθεις τους άλλους. Έρχεται όταν σταματάς να το προσπαθείς. Όταν επιτρέπεις στον εαυτό σου να μην είναι εύπεπτος. Να μην είναι πάντα κατανοητός. Να μην εξηγείται. Όταν δέχεσαι ότι κάποιοι δεν θα σε συμπαθήσουν, όχι επειδή απέτυχες, αλλά επειδή δεν είναι όλοι φτιαγμένοι να σε δουν.

Το να πάψεις να αποδεικνύεις τον εαυτό σου δεν σημαίνει ότι γίνεσαι σκληρός ή αδιάφορος. Σημαίνει ότι μεταφέρεις το κέντρο βάρους πίσω μέσα σου. Ότι αρχίζεις να ζεις με ειλικρίνεια αντί για στρατηγική. Και τότε, ίσως για πρώτη φορά, η αποδοχή που έχει σημασία δεν είναι πια εξωτερική. Είναι η δική σου.






