Η ψυχική υγεία των νέων βρίσκεται σε κρίση. Κατάθλιψη, άγχος, διαταραχές συμπεριφοράς και ψηφιακές εξαρτήσεις αυξάνονται σταθερά, ενώ οι έφηβοι βρίσκονται πιο απομονωμένοι από ποτέ.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ανησυχητική αύξηση στα προβλήματα ψυχικής υγείας των νέων. Κατάθλιψη, άγχος, διαταραχές συμπεριφοράς, ακόμη και εξαρτήσεις, πλήττουν εκείνους που θα έπρεπε να είναι το μέλλον της κοινωνίας. Και η ταλαιπωρία τους δεν μένει μόνο στα ίδια τα παιδιά· επηρεάζει βαθιά και τις οικογένειες τους, τους φίλους τους, το ευρύτερο κοινωνικό τους περιβάλλον.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται από έρευνες που μετρούν τον «επιπολασμό», δηλαδή τον αριθμό των περιπτώσεων σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προειδοποιεί ότι έως και το 30% των νέων υποφέρουν σήμερα από κάποια μορφή ψυχικής διαταραχής. Οι πιο συχνές καταστάσεις περιλαμβάνουν διαταραχές συμπεριφοράς – κυρίως στα αγόρια – και συναισθηματικές διαταραχές – κυρίως στα κορίτσια. Σε μια μελέτη στην Ισπανία, σχεδόν το ένα πέμπτο των νέων εμφάνιζε διαταραχές συμπεριφοράς, το 17% άγχος, το 11% ΔΕΠΥ και το 4% διατροφικές διαταραχές. Επιπλέον, παρατηρείται αύξηση της υπερκινητικότητας και διασπαστικής συμπεριφοράς, γεγονός που δείχνει ότι η επιδείνωση της ψυχικής υγείας είναι πολυδιάστατη.
Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν οι νέοι σήμερα βιώνουν τη ζωή πιο δύσκολα από ποτέ ή αν η αύξηση οφείλεται κυρίως σε καλύτερη καταγραφή και διάγνωση. Σίγουρα τα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών έχουν παίξει ρόλο. Η Μεγάλη Ύφεση μεταξύ 2008 και 2013 άφησε ανεργία και αβεβαιότητα στις οικογένειες. Και αμέσως μετά ήρθε η πανδημία του 2020, η οποία απομόνωσε τους εφήβους από τις κοινωνικές τους επαφές. Η εφηβεία είναι βαθιά κοινωνικό στάδιο· οι νέοι χτίζουν την ταυτότητά τους μέσα από συγκρίσεις και αλληλεπιδράσεις με συνομηλίκους. Ο εγκλεισμός στέρησε αυτές τις αλληλεπιδράσεις, οδηγώντας σε μοναξιά και ψηφιακή κοινωνικοποίηση, φαινόμενο συνδεδεμένο με αύξηση κατάθλιψης και αυτοκτονικών τάσεων.

Παράλληλα, η επιστήμη έχει εξελιχθεί. Οι μελέτες είναι πιο συστηματικές, με μεγαλύτερο αριθμό τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών, αυστηρότερο έλεγχο και καλύτερη διάγνωση. Σήμερα μπορούν να αναγνωριστούν πάνω από 200 διαταραχές στην παιδική και εφηβική ηλικία, ενώ το 1950 οι ειδικοί είχαν προσδιορίσει μόνο 106. Αυτό σημαίνει ότι μέρος της αύξησης στα στοιχεία μπορεί να οφείλεται σε μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και βελτιωμένες μεθόδους καταγραφής.
Τέλος, η ψυχική υγεία δεν είναι μόνο θέμα ατομικό· είναι συνυφασμένη με το περιβάλλον. Οι οικογενειακές σχέσεις, η εργασιακή κατάσταση των γονιών, η αλληλεπίδραση με το σχολείο ή το πανεπιστήμιο επηρεάζουν σημαντικά τους νέους. Η κοινωνία, μέσα από την πίεση, τις απαιτήσεις και τις αλλαγές που έφερε η πανδημία, φαίνεται να ενισχύει τα προβλήματα αυτά, ενώ η ίδια η πρόοδος στην έρευνα και στη διάγνωση φέρνει στο φως περισσότερα περιστατικά.
Η σιωπηλή κρίση των νέων δεν είναι μόνο στατιστικό φαινόμενο· είναι καθημερινή πραγματικότητα που απαιτεί κατανόηση, ενσυναίσθηση και δράση. Οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί και οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας πρέπει να συνεργαστούν για να υποστηρίξουν εκείνους που φέρουν το βάρος της κοινωνικής πίεσης και της αβεβαιότητας, προσφέροντας εργαλεία για να αντιμετωπίσουν το άγχος, την απομόνωση και τη μοναξιά.






