O David Lynch ένας μύθος που έμαθε να σηκώνεται, κάθε φορά που πέφτει.
Κάποιοι δημιουργοί οικοδομούν την καριέρα τους πάνω στη σύγκρουση κι υπάρχουν στιγμές που αυτή η σύγκρουση τους συνθλίβει. Για τον David Lynch, η λέξη “Dune” δεν είναι απλώς ένας τίτλος επιστημονικής φαντασίας, αλλά μια πληγή. Πριν από αυτό ο Lynch είχε ήδη χαράξει μια διαδρομή εκτός κανονικότητας. Το “Eraserhead”, με τη βιομηχανική του δυστοπία, τα κεφάλια που πέφτουν και το βρέφος-εφιάλτη δεν ήταν απλώς cult. Ήταν δήλωση αισθητικής ανεξαρτησίας. Δίχασε τους κριτικούς, αλλά βρήκε έναν απρόσμενο σύμμαχο: τον Mel Brooks. Η στήριξή του οδήγησε στο “The Elephant Man”, μια ταινία πιο λιγότερο προσωπική. Εκεί φάνηκε ότι ο Lynch μπορούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην εμπορικότητα και την καλλιτεχνική ταυτότητα. Τότε άνοιξαν οι πόρτες.
Μετά τον θρίαμβο του “Star Wars”, το Χόλιγουντ αναζητούσε τον επόμενο μεγάλο σκηνοθέτη για να επεκτείνει το σύμπαν της διαστημικής μυθολογίας. Ο Lynch θα μπορούσε να είχε γίνει μέρος αυτού του μηχανισμού. Αντί γι’ αυτό επέλεξε το “Dune”, την περίφημη και δύσκολη μεταφορά του μυθιστορήματος του Frank Herbert. Ήταν μια επιλογή που φαινόταν να ταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία του: πολιτική αλληγορία, μυστικισμός, εσωτερικά τοπία.
Το “Dune” του 1984 συμπίεσε ένα σύνθετο, πολυεπίπεδο έργο σε περιορισμένο χρόνο. Το αποτέλεσμα ήταν μια υπερφορτωμένη, σχεδόν διαστημική όπερα. Το στούντιο παρενέβη δραστικά. Το ύφος αλλοιώθηκε. Ο Lynch έχασε τον έλεγχο του μοντάζ κι όταν ένας δημιουργός σαν τον Lynch χάνει τον έλεγχο, το αποτέλεσμα είναι αποτυχία.
Η ταινία απέτυχε εμπορικά, η καριέρα του βρέθηκε σε κίνδυνο. Για έναν σκηνοθέτη που είχε ξεκινήσει από το περιθώριο και μόλις είχε κερδίσει χώρο, το πλήγμα ήταν υπαρξιακό. Το “Dune” δεν ήταν απλώς μια κακή εμπειρία, αλλά το παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν η “βιομηχανία” υπερισχύει του οράματος. Δεκαετίες αργότερα ο Denis Villeneuve επανέφερε το “Dune” στη μεγάλη οθόνη με έναν διαφορετικό τόνο: σοβαρό, αργόσυρτο, με σεβασμό στο πρωτογενές υλικό. Η νέα εκδοχή κέρδισε έξι Όσκαρ και εδραίωσε μια σύγχρονη κινηματογραφική μυθολογία. Για πολλούς ήταν η “δικαίωση” του βιβλίου. Για τον Lynch όμως ήταν κάτι άλλο.
Όταν ρωτήθηκε αν θα το δει, η απάντησή του ήταν απόλυτη: «Δεν θα το δω ποτέ και δε θέλω καν να μου μιλήσετε γι’ αυτό». Δεν πρόκειται για αδιαφορία, αλλά για άρνηση βιώματος μιας εμπειρίας που τον τραυμάτισε δημιουργικά. Το “Dune” αποτέλεσε για τον ίδιο μία υπενθύμιση ενός συμβιβασμού που δεν λειτούργησε. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Lynch δεν κατέρρευσε, αντί να ενσωματωθεί σε ένα σύστημα που απαιτούσε προσαρμογή, επέστρεψε στον πυρήνα του. Το “Blue Velvet” ήταν η απάντησή του. Σκοτεινό, ανησυχητικό, βαθιά προσωπικό. Εκεί απέδειξε ότι λειτουργεί καλύτερα όταν δεν υποχρεώνεται να υπηρετεί μια προϋπάρχουσα μυθολογία ή τις απαιτήσεις ενός franchise.
Η ιστορία αυτή λέει κάτι ευρύτερο για τη σχέση δημιουργού και βιομηχανίας. Το Χόλιγουντ συχνά υπόσχεται ελευθερία, αλλά εντός πλαισίου. Όταν τα budgets ανεβαίνουν, η ανοχή στη ριψοκίνδυνη αισθητική μειώνεται. Ο Lynch, ένας σκηνοθέτης του ασυνείδητου και της αμφισημίας βρέθηκε να διαχειρίζεται ένα μεγα-πρότζεκτ που απαιτούσε σαφήνεια, ταχύτητα και εμπορική αποδοτικότητα. Το μοντάζ, ως τελική διαμόρφωση της αφήγησης αφαιρέθηκε από τα χέρια του. Για έναν auteur αυτό ισοδυναμεί με απώλεια ταυτότητας.
Δεν πρόκειται για σύγκριση, ούτε για ζήλια. Είναι η απόφαση να μην επιστρέψει σε ένα κεφάλαιο όπου δεν μπόρεσε να είναι ο εαυτός του. Η περίπτωση του Lynch λειτουργεί και ως μάθημα και για τους σκηνοθέτες, αλλά και για τη βιομηχανία. Τα μεγάλα franchises μπορεί να χρειάζονται στιβαρή διαχείριση, αλλά όταν προσεγγίζεις έναν δημιουργό με ισχυρή προσωπική φωνή δεν μπορείς να τον μετατρέπεις σε εκτελεστικό όργανο. Στο τέλος ο Lynch δεν ορίζεται από το “Dune”, αλλά από το “Eraserhead”, το “Blue Velvet”, το “Mulholland Drive”, το “Twin Peaks”. Το “Dune” παραμένει το ατύχημα. Η στιγμή που ο καλλιτέχνης κινδύνεψε να χαθεί μέσα στο σύστημα.

