Ο Τζαφάρ Παναχί δίνει έναν τεράστιο αγώνα εν μέσω διώξεων στο Ιράν και διεκδικεί το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας

 

Στα χρονικά καταγράφονται στιγμές που το σινεμά παύει να είναι αισθητική πράξη και μετατρέπεται σε ηθική θέση. Η πρόσφατη εμφάνιση του Τζαφάρ Παναχί στο Φεστιβάλ Βερολίνου ήταν πολιτική δήλωση με το βάρος της προσωπικής θυσίας. Ο Ιρανός δημιουργός, υποψήφιος για Όσκαρ με το It Was Just an Accident αρνήθηκε να παραλάβει αναδρομικά τη Χρυσή Άρκτο που είχε κερδίσει το 2015 για το Taxi, επιλέγοντας να στρέψει τα φώτα όχι στον εαυτό του, αλλά στους ανθρώπους που δοκιμάζονται στη χώρα του. 

Η άρνηση αυτή ήταν συνειδητή πράξη εστίασης. «Μαζικές δολοφονίες έχουν συμβεί», δήλωσε δημόσια περιγράφοντας μια κατάσταση όπου, όπως είπε οι πολίτες δεν μπορούν ούτε να θρηνήσουν τους νεκρούς τους. Σε μια εποχή όπου η διεθνής σκηνή συχνά λειτουργεί ως χώρος εξαγνισμού εικόνων, ο Παναχί επέλεξε τη ρήξη.  Ο ίδιος έχει απορρίψει επανειλημμένα τον χαρακτηρισμό του "πολιτικού σκηνοθέτη", ωστόσο η ίδια η ζωή του έχει μετατραπεί σε πολιτική πράξη. Φυλακισμένος επί επτά μήνες στη διαβόητη φυλακή Εβίν, με απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, καταδικασμένος ερήμην σε νέο έτος φυλάκισης για "προπαγάνδα κατά του καθεστώτος", ο Παναχί δεν επιλέγει τη σιωπή. Αντίθετα, δηλώνει ότι θα επιστρέψει στο Ιράν μετά την τελετή των Όσκαρ. «Αν δεν επιστρέψω, θα προδώσω αυτό που πιστεύω» υποστήριξε. Δεν πρόκειται για ρομαντική ηρωοποίηση, αλλά για συνέπεια λόγου και πράξης. 

Το It Was Just an Accident γεννήθηκε ακριβώς από αυτή τη φυλακή. Η ταινία αφηγείται την ιστορία πρώην κρατουμένων που απαγάγουν τον άνθρωπο που πιστεύουν ότι ήταν βασανιστής τους και συζητούν αν πρέπει να τον σκοτώσουν ή να τον συγχωρήσουν. Το ηθικό δίλημμα της βίας και της εκδίκησης δεν είναι αφηρημένο. Ο Παναχί συνεργάστηκε στο σενάριο με πολιτικούς κρατουμένους, ανάμεσά τους τον ακτιβιστή Μεχντί Μαχμουντιάν, ο οποίος έχει περάσει σχεδόν το ένα τέταρτο της ζωής του στη φυλακή και συνελήφθη ξανά πρόσφατα. Η ταινία δεν είναι απλώς καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά κάτι σαν αρχείο μνήμης. 

Παράλληλα με την παρουσία του Παναχί στο Βερολίνο, η Ιρανική Ένωση Ανεξάρτητων Κινηματογραφιστών (IIFMA) οργάνωσε σειρά δράσεων για να αναδείξει τα ονόματα καλλιτεχνών που δολοφονήθηκαν ή κρατούνται. Σε πάνελ διαβάστηκαν δημόσια τα ονόματα δημιουργών (σκηνοθετών, μουσικών, ηθοποιών, ζωγράφων) που έχασαν τη ζωή τους ή βρίσκονται υπό κράτηση. Η χειρονομία αυτή δεν είχε στόχο την καταγγελία ως θεατρικότητα. Είχε στόχο τη μνήμη ως πολιτική πράξη

Ο Παναχί έθεσε ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί ένας καλλιτέχνης να παραμένει σιωπηλός όταν η κοινωνία του καταρρέει; «Όταν ένας καλλιτέχνης σιωπά, είναι συνένοχος στη βία». Η φράση αυτή υπερβαίνει τα ιρανικά σύνορα. Αγγίζει τη διαχρονική σχέση τέχνης και εξουσίας. Συχνά επαναλαμβάνεται ότι η τέχνη πρέπει να μένει έξω από την πολιτική, όμως η πραγματικότητα είναι ότι τα αυταρχικά καθεστώτα δεν αφήνουν την τέχνη αμέτοχη. Τη στρατολογούν, τη λογοκρίνουν ή τη φυλακίζουν. Σε αυτό το πλαίσιο η ουδετερότητα γίνεται προνόμιο που δεν διαθέτουν όλοι. Η στάση του Παναχί δεν είναι ρητορική ηρωολογία. Είναι υπενθύμιση ότι η πολιτισμική παραγωγή δεν είναι αποκομμένη από το κοινωνικό περιβάλλον. Όταν οι καλλιτέχνες φυλακίζονται ή σκοτώνονται, δεν πλήττεται μόνο η ελευθερία έκφρασης, αλλά η ίδια η συλλογική αφήγηση μιας κοινωνίας. 

Το Βερολίνο λειτούργησε ως σκηνή ανάδειξης αυτής της σύγκρουσης. Ένα ευρωπαϊκό Φεστιβάλ με τη λάμψη και τα κόκκινα χαλιά του έγινε χώρος υπενθύμισης ότι το σινεμά μπορεί να είναι πράξη ευθύνης. Η επιλογή του Παναχί να επιστρέψει στο Ιράν, γνωρίζοντας τον κίνδυνο επαναφέρει το θεμελιώδες ερώτημα της σχέσης δημιουργού και τόπου. «Ο μισός μου εαυτός βρίσκεται στο Ιράν» τόνισε. Η φράση αυτή αποτυπώνει ότι η τέχνη του δεν μπορεί να υπάρξει αποκομμένη από την κοινωνία που την γέννησε. 

Σε έναν κόσμο όπου οι αυταρχικές τάσεις ενισχύονται και η πολιτική βία συχνά κανονικοποιείται, η στάση αυτή αποκτά διεθνή σημασία. Αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε την ευθύνη της δημιουργίας. Το σινεμά του Παναχί αποτελεί καταγραφή, γεννά ερωτήματα, αφυπνίζει συνειδήσεις κι ίσως αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο για κάθε καθεστώς: η επιμονή να θυμόμαστε. Όταν τα φώτα σβήνουν και οι τίτλοι τέλους πέφτουν, μένει στη μνήμη κάτι που διαπερνά την οθόνη: η σιωπή είναι ουδετερότητα ή συνενοχή; Ο Παναχί έδωσε τη δική του απάντηση και με αυτήν μας καλεί όλους να πάρουμε θέση. 

*με στοιχεία από το Hollywood Reporter 


Ο Τζαφάρ Παναχί δίνει έναν τεράστιο αγώνα εν μέσω διώξεων στο Ιράν και διεκδικεί το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας

 

Στα χρονικά καταγράφονται στιγμές που το σινεμά παύει να είναι αισθητική πράξη και μετατρέπεται σε ηθική θέση. Η πρόσφατη εμφάνιση του Τζαφάρ Παναχί στο Φεστιβάλ Βερολίνου ήταν πολιτική δήλωση με το βάρος της προσωπικής θυσίας. Ο Ιρανός δημιουργός, υποψήφιος για Όσκαρ με το It Was Just an Accident αρνήθηκε να παραλάβει αναδρομικά τη Χρυσή Άρκτο που είχε κερδίσει το 2015 για το Taxi, επιλέγοντας να στρέψει τα φώτα όχι στον εαυτό του, αλλά στους ανθρώπους που δοκιμάζονται στη χώρα του. 

Η άρνηση αυτή ήταν συνειδητή πράξη εστίασης. «Μαζικές δολοφονίες έχουν συμβεί», δήλωσε δημόσια περιγράφοντας μια κατάσταση όπου, όπως είπε οι πολίτες δεν μπορούν ούτε να θρηνήσουν τους νεκρούς τους. Σε μια εποχή όπου η διεθνής σκηνή συχνά λειτουργεί ως χώρος εξαγνισμού εικόνων, ο Παναχί επέλεξε τη ρήξη.  Ο ίδιος έχει απορρίψει επανειλημμένα τον χαρακτηρισμό του "πολιτικού σκηνοθέτη", ωστόσο η ίδια η ζωή του έχει μετατραπεί σε πολιτική πράξη. Φυλακισμένος επί επτά μήνες στη διαβόητη φυλακή Εβίν, με απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, καταδικασμένος ερήμην σε νέο έτος φυλάκισης για "προπαγάνδα κατά του καθεστώτος", ο Παναχί δεν επιλέγει τη σιωπή. Αντίθετα, δηλώνει ότι θα επιστρέψει στο Ιράν μετά την τελετή των Όσκαρ. «Αν δεν επιστρέψω, θα προδώσω αυτό που πιστεύω» υποστήριξε. Δεν πρόκειται για ρομαντική ηρωοποίηση, αλλά για συνέπεια λόγου και πράξης. 

Το It Was Just an Accident γεννήθηκε ακριβώς από αυτή τη φυλακή. Η ταινία αφηγείται την ιστορία πρώην κρατουμένων που απαγάγουν τον άνθρωπο που πιστεύουν ότι ήταν βασανιστής τους και συζητούν αν πρέπει να τον σκοτώσουν ή να τον συγχωρήσουν. Το ηθικό δίλημμα της βίας και της εκδίκησης δεν είναι αφηρημένο. Ο Παναχί συνεργάστηκε στο σενάριο με πολιτικούς κρατουμένους, ανάμεσά τους τον ακτιβιστή Μεχντί Μαχμουντιάν, ο οποίος έχει περάσει σχεδόν το ένα τέταρτο της ζωής του στη φυλακή και συνελήφθη ξανά πρόσφατα. Η ταινία δεν είναι απλώς καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά κάτι σαν αρχείο μνήμης. 

Παράλληλα με την παρουσία του Παναχί στο Βερολίνο, η Ιρανική Ένωση Ανεξάρτητων Κινηματογραφιστών (IIFMA) οργάνωσε σειρά δράσεων για να αναδείξει τα ονόματα καλλιτεχνών που δολοφονήθηκαν ή κρατούνται. Σε πάνελ διαβάστηκαν δημόσια τα ονόματα δημιουργών (σκηνοθετών, μουσικών, ηθοποιών, ζωγράφων) που έχασαν τη ζωή τους ή βρίσκονται υπό κράτηση. Η χειρονομία αυτή δεν είχε στόχο την καταγγελία ως θεατρικότητα. Είχε στόχο τη μνήμη ως πολιτική πράξη

Ο Παναχί έθεσε ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί ένας καλλιτέχνης να παραμένει σιωπηλός όταν η κοινωνία του καταρρέει; «Όταν ένας καλλιτέχνης σιωπά, είναι συνένοχος στη βία». Η φράση αυτή υπερβαίνει τα ιρανικά σύνορα. Αγγίζει τη διαχρονική σχέση τέχνης και εξουσίας. Συχνά επαναλαμβάνεται ότι η τέχνη πρέπει να μένει έξω από την πολιτική, όμως η πραγματικότητα είναι ότι τα αυταρχικά καθεστώτα δεν αφήνουν την τέχνη αμέτοχη. Τη στρατολογούν, τη λογοκρίνουν ή τη φυλακίζουν. Σε αυτό το πλαίσιο η ουδετερότητα γίνεται προνόμιο που δεν διαθέτουν όλοι. Η στάση του Παναχί δεν είναι ρητορική ηρωολογία. Είναι υπενθύμιση ότι η πολιτισμική παραγωγή δεν είναι αποκομμένη από το κοινωνικό περιβάλλον. Όταν οι καλλιτέχνες φυλακίζονται ή σκοτώνονται, δεν πλήττεται μόνο η ελευθερία έκφρασης, αλλά η ίδια η συλλογική αφήγηση μιας κοινωνίας. 

Το Βερολίνο λειτούργησε ως σκηνή ανάδειξης αυτής της σύγκρουσης. Ένα ευρωπαϊκό Φεστιβάλ με τη λάμψη και τα κόκκινα χαλιά του έγινε χώρος υπενθύμισης ότι το σινεμά μπορεί να είναι πράξη ευθύνης. Η επιλογή του Παναχί να επιστρέψει στο Ιράν, γνωρίζοντας τον κίνδυνο επαναφέρει το θεμελιώδες ερώτημα της σχέσης δημιουργού και τόπου. «Ο μισός μου εαυτός βρίσκεται στο Ιράν» τόνισε. Η φράση αυτή αποτυπώνει ότι η τέχνη του δεν μπορεί να υπάρξει αποκομμένη από την κοινωνία που την γέννησε. 

Σε έναν κόσμο όπου οι αυταρχικές τάσεις ενισχύονται και η πολιτική βία συχνά κανονικοποιείται, η στάση αυτή αποκτά διεθνή σημασία. Αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε την ευθύνη της δημιουργίας. Το σινεμά του Παναχί αποτελεί καταγραφή, γεννά ερωτήματα, αφυπνίζει συνειδήσεις κι ίσως αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο για κάθε καθεστώς: η επιμονή να θυμόμαστε. Όταν τα φώτα σβήνουν και οι τίτλοι τέλους πέφτουν, μένει στη μνήμη κάτι που διαπερνά την οθόνη: η σιωπή είναι ουδετερότητα ή συνενοχή; Ο Παναχί έδωσε τη δική του απάντηση και με αυτήν μας καλεί όλους να πάρουμε θέση. 

*με στοιχεία από το Hollywood Reporter