Στο "Rooster" έφτασε, ο λόγος στους θεατές ....

 

 

Κάποιες σειρές γνωρίζουν ακριβώς τη σημασία του πρώτου επεισοδίου. Υπάρχουν και σειρές που μοιάζουν να κοιτάζονται διαρκώς στον καθρέφτη, προσπαθώντας να αποφασίσουν αν θέλουν να είναι αστείες, σύγχρονες, τρυφερές ή επίκαιρες. Το “Rooster” δε λείπει η γοητεία, αλλά η εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Η αφετηρία είναι καλή. Ένας πατέρας, ο Γκρεγκ Ρούσο ταξιδεύει για να σταθεί δίπλα στην κόρη του μετά από έναν επώδυνο χωρισμό. Εκείνη καταρρέει, εκείνος προσποιείται ότι αντέχει. Στην πραγματικότητα δεν έχει ξεπεράσει ούτε το δικό του διαζύγιο. Ύστερα μία δεύτερη ευκαιρία. Νέα πόλη, νέος ρόλος. Νέα ζωή; 

Αυτό από μόνο του αρκεί για μια καλή κωμωδία χαρακτήρων. Ένας πληγωμένος άντρας, μια κόρη που ψάχνει να σταθεί ξανά στα πόδια της, ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον γεμάτο αμηχανία, εγωισμούς και μικρές καθημερινές συγκρούσεις. Υπάρχει υλικό, χώρος κι ο Steve Carell που κουβαλά μόνος του ένα ολόκληρο είδος αδέξιας ανθρωπιάς. Το θέμα είναι ότι το “Rooster” θέλει να είναι πολλά πράγματα μαζί. Θέλει να είναι sitcom παλιάς κοπής. Προσπαθεί να πλασαριστεί ως ιστορία για τη δεύτερη ενηλικίωση. Στοχεύει να αγγίξει και τη νευρικότητα της σύγχρονης δημόσιας ζωής. Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά που συχνά μοιάζει πιο φορτωμένη απ’ όσο χρειάζεται. 

Ο Bill Lawrence έχει ταλέντο σε αυτό το είδος, το έχει αποδείξει. Ξέρει να παίρνει ένα “τρικ” ως αφετηρία και να το μετατρέπει σε παρέα. Το έκανε στο Scrubs, στο Cougar Town, στο Ted Lasso. Ακόμη και όταν οι ήρωές του πονάνε, η δομή τους ξέρει να αγκαλιάζει τον θεατή. Το “Rooster” έχει αυτή τη φιλοδοξία, αλλά δεν έχει αυτή την ισορροπία. 

Το δυνατό του χαρτί είναι ο Carell. Δε χρειάζεται να κάνει πολλά, ούτε να μιλήσει πολύ. Έχει αυτή τη σπάνια ικανότητα να μετατρέπει την αμηχανία σε συναίσθημα. Να λέει γελοία πράγματα και να μη γίνεσαι εχθρικός απέναντί του. Βλέπεις τον πρωταγωνιστή να αυτοεξευτελίζεται και να καταλαβαίνεις ότι κάτω από το αστείο υπάρχει πραγματική θλίψη. Ο Γκρεγκ δεν είναι ο Μάικλ Σκοτ. Είναι απλώς ένας άνθρωπος που έχει αποσυντονιστεί. Ένας άντρας που δεν έμαθε ποτέ σωστά πως να υπάρχει μετά την απώλεια.  Η σειρά λειτουργεί καλύτερα όταν τον αφήνει να είναι ακριβώς αυτό... Άνθρωπος. 

Το πρόβλημα αρχίζει όταν το “Rooster” προσπαθεί υπερβολικά να τον προστατεύσει. Σα να φοβάται μήπως κάποιος τον παρεξηγήσει. Σαν να χτίζει ξανά και ξανά μικρούς μηχανισμούς αθώωσης. Κάθε αμφίβολη στιγμή συνοδεύεται σχεδόν αμέσως από επεξήγηση. Κάθε πιθανή παρερμηνεία σπεύδει να διορθωθεί. Κάθε άβολο περιστατικό μετατρέπεται σε αστείο γύρω από το αν ο Γκρεγκ είναι "κακός άντρας", μόνο και μόνο για να αποδειχθεί αμέσως μετά ότι δεν είναι. 

Εδώ η σειρά "πυροβολεί" τα πόδια της κι εξουδετερώνει το στοιχείο του αυθορμητισμού. Δεν εμπιστεύεται ούτε τον ήρωά της ούτε το κοινό της. Φέρνει διαρκώς στο πλάνο τη σύγχρονη νεύρωση γύρω από την "ακύρωση", μόνο που δεν έχει τίποτα ουσιαστικό να πει γι’ αυτήν. Δεν θέλει να κάνει κοινωνικό σχόλιο, ούτε να βουτήξει στη γκρίζα ζώνη. Δεν θέλει να εκθέσει πραγματικά τον Γκρεγκ, αλλά να παίξει λίγο με τη φωτιά και μετά να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν κάηκε. Αυτό κουράζει. 

Το “Rooster” δεν χρειάζεται τέτοια δεκανίκια. Η βασική του ιστορία είναι αρκετή για θέλξει και να σε κρατήσει. Ένας άντρας που απέτυχε να ξαναχτίσει τον εαυτό του. Μια κόρη που προσπαθεί να κρατηθεί στις μάχες της ζωής. Ένα κολέγιο που γίνεται πεδίο αστείας αλλά και υπόγειας συναισθηματικής αναμέτρησης. Αυτά αρκούν. 

Η ειρωνεία είναι ότι όλοι οι άλλοι λόγοι για να συμπαθήσεις τη σειρά υπάρχουν ήδη. Το campus έχει ζεστασιά, ο ρυθμός είναι γρήγορος, τα αστεία είναι πολλά, το καστ έχει βάθος. Η Danielle Deadwyler δίνει παρουσία ακόμη κι όταν η σειρά την αναγκάζει να σηκώνει το βάρος της ηθικής επιτήρησης. Η Connie Britton φέρνει πάντα εκείνη τη γνώριμη σταθερότητα. Ο Phil Dunster έχει την απαραίτητη ελαφρότητα, ώστε να μη γίνει μονοδιάστατος. Οι δευτερεύοντες ρόλοι κουβαλούν εμπειρία. Φαίνεται ότι όλοι ξέρουν τη δουλειά. 

Μερικές κωμικές σειρές χρειάζονται χρόνο, τριβή. Το “Rooster” μοιάζει ακριβώς με τέτοια περίπτωση. Σαν δίκτυο σειρά που μεταφέρθηκε σε premium περιβάλλον χωρίς να έχει αποφασίσει αν πρέπει να παραμείνει άνετη ή να προσποιηθεί ότι είναι πιο αιχμηρή απ’ όσο πραγματικά είναι. Η σωστή προσέγγισηση είναι απλή. Να σταματήσει να προσποιείται, να αφήσει τον Γκρεγκ να είναι αδέξιος χωρίς απολογητικό υπότιτλο, να αφήσει τη θλίψη του να συνυπάρχει με το χιούμορ, να εμπιστευτεί ότι ο Carell αρκεί. 

Το “Rooster” είναι εύκολο να το συμπαθήσεις. Μια καλή κωμωδία χρειάζεται πρώτα να σε κάνει να θες να επιστρέψεις. Η σειρά το πετυχαίνει. Τώρα πρέπει να κάνει το επόμενο βήμα. Να βγάλει από τη μέση τα περιττά, να πάψει να απολογείται, να γίνει η σειρά που ήδη κρύβεται μέσα της. 

*με στοιχεία από το Indiewire 


Στο "Rooster" έφτασε, ο λόγος στους θεατές ....

 

 

Κάποιες σειρές γνωρίζουν ακριβώς τη σημασία του πρώτου επεισοδίου. Υπάρχουν και σειρές που μοιάζουν να κοιτάζονται διαρκώς στον καθρέφτη, προσπαθώντας να αποφασίσουν αν θέλουν να είναι αστείες, σύγχρονες, τρυφερές ή επίκαιρες. Το “Rooster” δε λείπει η γοητεία, αλλά η εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Η αφετηρία είναι καλή. Ένας πατέρας, ο Γκρεγκ Ρούσο ταξιδεύει για να σταθεί δίπλα στην κόρη του μετά από έναν επώδυνο χωρισμό. Εκείνη καταρρέει, εκείνος προσποιείται ότι αντέχει. Στην πραγματικότητα δεν έχει ξεπεράσει ούτε το δικό του διαζύγιο. Ύστερα μία δεύτερη ευκαιρία. Νέα πόλη, νέος ρόλος. Νέα ζωή; 

Αυτό από μόνο του αρκεί για μια καλή κωμωδία χαρακτήρων. Ένας πληγωμένος άντρας, μια κόρη που ψάχνει να σταθεί ξανά στα πόδια της, ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον γεμάτο αμηχανία, εγωισμούς και μικρές καθημερινές συγκρούσεις. Υπάρχει υλικό, χώρος κι ο Steve Carell που κουβαλά μόνος του ένα ολόκληρο είδος αδέξιας ανθρωπιάς. Το θέμα είναι ότι το “Rooster” θέλει να είναι πολλά πράγματα μαζί. Θέλει να είναι sitcom παλιάς κοπής. Προσπαθεί να πλασαριστεί ως ιστορία για τη δεύτερη ενηλικίωση. Στοχεύει να αγγίξει και τη νευρικότητα της σύγχρονης δημόσιας ζωής. Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά που συχνά μοιάζει πιο φορτωμένη απ’ όσο χρειάζεται. 

Ο Bill Lawrence έχει ταλέντο σε αυτό το είδος, το έχει αποδείξει. Ξέρει να παίρνει ένα “τρικ” ως αφετηρία και να το μετατρέπει σε παρέα. Το έκανε στο Scrubs, στο Cougar Town, στο Ted Lasso. Ακόμη και όταν οι ήρωές του πονάνε, η δομή τους ξέρει να αγκαλιάζει τον θεατή. Το “Rooster” έχει αυτή τη φιλοδοξία, αλλά δεν έχει αυτή την ισορροπία. 

Το δυνατό του χαρτί είναι ο Carell. Δε χρειάζεται να κάνει πολλά, ούτε να μιλήσει πολύ. Έχει αυτή τη σπάνια ικανότητα να μετατρέπει την αμηχανία σε συναίσθημα. Να λέει γελοία πράγματα και να μη γίνεσαι εχθρικός απέναντί του. Βλέπεις τον πρωταγωνιστή να αυτοεξευτελίζεται και να καταλαβαίνεις ότι κάτω από το αστείο υπάρχει πραγματική θλίψη. Ο Γκρεγκ δεν είναι ο Μάικλ Σκοτ. Είναι απλώς ένας άνθρωπος που έχει αποσυντονιστεί. Ένας άντρας που δεν έμαθε ποτέ σωστά πως να υπάρχει μετά την απώλεια.  Η σειρά λειτουργεί καλύτερα όταν τον αφήνει να είναι ακριβώς αυτό... Άνθρωπος. 

Το πρόβλημα αρχίζει όταν το “Rooster” προσπαθεί υπερβολικά να τον προστατεύσει. Σα να φοβάται μήπως κάποιος τον παρεξηγήσει. Σαν να χτίζει ξανά και ξανά μικρούς μηχανισμούς αθώωσης. Κάθε αμφίβολη στιγμή συνοδεύεται σχεδόν αμέσως από επεξήγηση. Κάθε πιθανή παρερμηνεία σπεύδει να διορθωθεί. Κάθε άβολο περιστατικό μετατρέπεται σε αστείο γύρω από το αν ο Γκρεγκ είναι "κακός άντρας", μόνο και μόνο για να αποδειχθεί αμέσως μετά ότι δεν είναι. 

Εδώ η σειρά "πυροβολεί" τα πόδια της κι εξουδετερώνει το στοιχείο του αυθορμητισμού. Δεν εμπιστεύεται ούτε τον ήρωά της ούτε το κοινό της. Φέρνει διαρκώς στο πλάνο τη σύγχρονη νεύρωση γύρω από την "ακύρωση", μόνο που δεν έχει τίποτα ουσιαστικό να πει γι’ αυτήν. Δεν θέλει να κάνει κοινωνικό σχόλιο, ούτε να βουτήξει στη γκρίζα ζώνη. Δεν θέλει να εκθέσει πραγματικά τον Γκρεγκ, αλλά να παίξει λίγο με τη φωτιά και μετά να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν κάηκε. Αυτό κουράζει. 

Το “Rooster” δεν χρειάζεται τέτοια δεκανίκια. Η βασική του ιστορία είναι αρκετή για θέλξει και να σε κρατήσει. Ένας άντρας που απέτυχε να ξαναχτίσει τον εαυτό του. Μια κόρη που προσπαθεί να κρατηθεί στις μάχες της ζωής. Ένα κολέγιο που γίνεται πεδίο αστείας αλλά και υπόγειας συναισθηματικής αναμέτρησης. Αυτά αρκούν. 

Η ειρωνεία είναι ότι όλοι οι άλλοι λόγοι για να συμπαθήσεις τη σειρά υπάρχουν ήδη. Το campus έχει ζεστασιά, ο ρυθμός είναι γρήγορος, τα αστεία είναι πολλά, το καστ έχει βάθος. Η Danielle Deadwyler δίνει παρουσία ακόμη κι όταν η σειρά την αναγκάζει να σηκώνει το βάρος της ηθικής επιτήρησης. Η Connie Britton φέρνει πάντα εκείνη τη γνώριμη σταθερότητα. Ο Phil Dunster έχει την απαραίτητη ελαφρότητα, ώστε να μη γίνει μονοδιάστατος. Οι δευτερεύοντες ρόλοι κουβαλούν εμπειρία. Φαίνεται ότι όλοι ξέρουν τη δουλειά. 

Μερικές κωμικές σειρές χρειάζονται χρόνο, τριβή. Το “Rooster” μοιάζει ακριβώς με τέτοια περίπτωση. Σαν δίκτυο σειρά που μεταφέρθηκε σε premium περιβάλλον χωρίς να έχει αποφασίσει αν πρέπει να παραμείνει άνετη ή να προσποιηθεί ότι είναι πιο αιχμηρή απ’ όσο πραγματικά είναι. Η σωστή προσέγγισηση είναι απλή. Να σταματήσει να προσποιείται, να αφήσει τον Γκρεγκ να είναι αδέξιος χωρίς απολογητικό υπότιτλο, να αφήσει τη θλίψη του να συνυπάρχει με το χιούμορ, να εμπιστευτεί ότι ο Carell αρκεί. 

Το “Rooster” είναι εύκολο να το συμπαθήσεις. Μια καλή κωμωδία χρειάζεται πρώτα να σε κάνει να θες να επιστρέψεις. Η σειρά το πετυχαίνει. Τώρα πρέπει να κάνει το επόμενο βήμα. Να βγάλει από τη μέση τα περιττά, να πάψει να απολογείται, να γίνει η σειρά που ήδη κρύβεται μέσα της. 

*με στοιχεία από το Indiewire