Μία εξαιρετική που παίζεται ακόμα στους ελληνικούς κινηματογράφους είναι το "I Swear".


Η μεγάλη επιτυχία ενός ρόλου δε μετριέται μόνο με βραβεία, αλλά με το αποτύπωμα που αφήνει στον θεατή φεύγοντας από τη σκοτεινή αίθουσα. Με την αίσθηση ότι κάτι άλλαξε, έστω και ανεπαίσθητα. Η περίπτωση του Robert Aramayo στο «I Swear» κινείται ακριβώς σε αυτή τη γραμμή, καθώς συζητάμε για μία ερμηνεία που ξεπερνά την αναγνώριση και διεκδικεί χώρο στη συνείδηση του κοινού. Ο ίδιος βρέθηκε μπροστά σε μια πρόκληση με πολλαπλά επίπεδα. Ένας πραγματικός άνθρωπος, μια γνωστή φιγούρα στο Ηνωμένο Βασίλειο με έντονη δημόσια παρουσία και μια ζωή καταγεγραμμένη σε ντοκιμαντέρ. Ο John Davidson δεν αποτελεί απλώς έναν χαρακτήρα, εκφράζει μιία εμπειρία, μία καθημερινότητα γεμάτη δυσκολίες και παρεξηγήσεις. Η επιλογή να αποδοθεί αυτή η διαδρομή απαιτεί ευθύνη. 

Ο Aramayo επένδυσε στον πυρήνα την ουσίας, στην κατανόηση, στην ουσία μιας κατάστασης που συχνά περιορίζεται σε στερεότυπα. Η έρευνα που προηγήθηκε φανερώνει προσήλωση και τηην επαφή με τον ίδιο τον Davidson. Συνομιλίες με ανθρώπους που ζουν με Tourette (χρόνος αφιερωμένος στην παρατήρηση και στη σιωπή). Αυτή η διαδικασία γεννά μια ερμηνεία με βάθος. Ο θεατής δεν παρακολουθεί μια επίδειξη τεχνικής, παρακολουθεί μια εσωτερική διαδρομή. Την αγωνία ενός ανθρώπου που παλεύει με το σώμα του, με την εικόνα του, με το βλέμμα των άλλων, δηλαδή την ανάγκη να ακουστεί πέρα από τις λέξεις που τον προδίδουν

Η ίδια η φύση του Tourette αποδομεί κάθε απλοϊκή προσέγγιση. Κάθε περίπτωση διαφέρει, κάθε εμπειρία έχει τη δική της ένταση, τικ που δεν φαίνονται. Σκέψεις που δεν εκφράζονται, ένα σύνολο αντιδράσεων που ξεπερνά όσα γνωρίζει το ευρύ κοινό. Η ταινία επιχειρεί να φωτίσει αυτή την πολυπλοκότητα χωρίς διδακτισμόΤα βραβεία που ακολούθησαν επιβεβαιώνουν την ποιότητα της δουλειάς. Δύο διακρίσεις στα BAFTA ανάμεσα σε ονόματα με τεράστια βαρύτητα. Μια αναγνώριση που για τον ίδιο μοιάζει σχεδόν απίστευτη. Η εικόνα ενός ηθοποιού που αιφνιδιάζεται από την επιτυχία του λειτουργεί σχεδόν λυτρωτικά. Θυμίζει ότι πίσω από τη λάμψη κρύβεται η ανθρώπινη διάσταση. 

Το παράδοξο όμως της συγκεκριμένης περίπτωσης αποκαλύπτεται αλλού. Η δημόσια εικόνα του Davidson στιγμάτισε την πορεία της ταινίας. Ένα ξέσπασμα γεμάτο ένταση και προσβολές επισκίασε την καλλιτεχνική αξία. Δημιούργησε ένα σύννεφο που απειλεί να αλλοιώσει την πρόσληψη του έργου. Η τέχνη συχνά συνδέεται με τον δημιουργό ή το πρόσωπο που απεικονίζει. Στην περίπτωση αυτή η ερμηνεία του Aramayo ζητά να κριθεί με βάση την αλήθεια της, την προσπάθεια να αποδοθεί μια εμπειρία με σεβασμό, το βλέμμα μετατοπίζεται από το πρόσωπο στο βίωμα

Η μεγαλύτερη δύναμη της ταινίας εντοπίζεται στην εκπαιδευτική της διάσταση. Παιδιά που ζουν με διαταραχές τικ χωρίς διάγνωση, άνθρωποι που συναντάμε καθημερινά χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τι βιώνουν, η άγνοια λειτουργεί ως φίλτρο που παραμορφώνει. Ο Aramayo θέτει έναν απλό στόχο. Περισσότεροι θεατές, γνώση και κατανόηση. Μια φαινομενικά απλή επιδίωξη που κρύβει ουσία. Η τέχνη αποκτά αξία όταν ανοίγει διάλογο, όταν οδηγεί τον θεατή σε αναζήτηση. Μια αναζήτηση που ξεκινά με μια ταινία και συνεχίζεται έξω από την αίθουσα

 

Το σινεμά συχνά αναζητά ιστορίες που συγκινούν και σπανιότερα αναζητά ιστορίες που εκπαιδεύουν το μυαλό. Η συγκεκριμένη ταινία επιχειρεί να συνδυάσει και τα δύο, να συγκινήσει χωρίς να εκβιάζει, να ενημερώσει χωρίς να κουράζει, να ανοίξει μια συζήτηση που ξεπερνά τα όρια της οθόνης. Το στοίχημα τελικά αφορά την επίδραση, το αν ο θεατής θα φύγει με μια διαφορετική ματιά. Εκεί κρίνεται η ουσία και δοκιμάζεται η αξία μιας ερμηνείας που διεκδικεί κάτι περισσότερο από το χειροκρότημα.