Ο Τζέιμς Νέσμπιτ αναζητά τη χαμένη του κόρη και μπλέκεται σε έναν ιστό μυστηρίου, εξαφανίσεων και φόνων. Αξίζει η νέα σειρά του Χάρλαν Κόμπεν στο Netflix την προσοχή μας;
Το Netflix συνεχίζει την παράδοση της Πρωτοχρονιάς με την κυκλοφορία μίας ακόμα τηλεοπτικής διασκευής έργου του Αμερικανού συγγραφέα μυθιστορημάτων μυστηρίου, Χάρλαν Κόμπεν, αυτή τη φορά με τη σειρά «Η Φυγή» (Run Away), ένα θρίλερ βασισμένο σε μία γνώριμη αφηγηματική αφετηρία: ένας φαινομενικά συνηθισμένος οικογενειάρχης παρασύρεται σε ένα επικίνδυνο «παιχνίδι» μετά την εξαφάνιση της κόρης του.
Παρότι η βρετανική σειρά είναι τεχνικά προσεγμένη και στηρίζεται σε έμπειρους ηθοποιούς, καταλήγει να αποτελεί μια σε γενικές γραμμές μέτρια προσθήκη στον ολοένα και μεγαλύτερο κατάλογο τηλεοπτικών μεταφορών του Κόμπεν στο Netflix (μέσα και από ένα πολυετές deal με την δημοφιλή πλατφόρμα).

Η ιστορία ακολουθεί τον Σάιμον Γκριν (Τζέιμς Νέσμπιτ), έναν πατέρα του οποίου η έφηβη κόρη, Πέιτζ, αγνοείται εδώ και μήνες, έχοντας μπλέξει με τα ναρκωτικά και τη μικροεγκληματικότητα. Η αναζήτησή της τον οδηγεί σε μια δημόσια σύγκρουση με τον φίλο της, ένα περιστατικό που καταγράφεται σε βίντεο και γίνεται γρήγορα viral. Όταν ο νεαρός βρίσκεται αργότερα δολοφονημένος, οι υποψίες στρέφονται σχεδόν αμέσως προς τον Σάιμον, εμπλέκοντάς τον σε μια ευρύτερη έρευνα που αποκαλύπτει σκοτεινά μυστικά φίλων, συγγενών και γνωστών.
Όπως είναι αναμενόμενο, η αφήγηση διακλαδώνεται σε πολλαπλές υποπλοκές (κλασικός Κόμπεν), με αστυνομικούς, ιδιωτικούς ερευνητές, αιρέσεις (ναι, έχουμε αιρέσεις εδώ…) και φαινομενικά άσχετους χαρακτήρες, των οποίων οι ιστορίες προορίζονται να συγκλίνουν.


Η σειρά ακολουθεί πιστά τη δοκιμασμένη συνταγή των προηγούμενων διασκευών: έντονα συναισθήματα, συνεχείς ανατροπές και τη διαρκή υπόσχεση ότι κανένας χαρακτήρας δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται. Αυτή η δομή προσφέρει ρυθμό, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει μία από τις βασικές αδυναμίες της σειράς. Το πρώτο επεισόδιο εισάγει υπερβολικά πολλούς χαρακτήρες και αφηγηματικές γραμμές, καθιστώντας δύσκολη τη δημιουργία ουσιαστικής συναισθηματικής σύνδεσης με οποιονδήποτε από αυτούς. Αντί να ενισχύεται το μυστήριο, η συσσώρευση πλοκής συχνά μοιάζει χαοτική και μηχανική. Λες και το AI έχει αντικαταστήσει την πένα του Χάρλαν Κόμπεν…
Ο Τζέιμς Νέσμπιτ (The Hobbit, The Missing) προσφέρει μια ερμηνεία απολύτως εντός των γνώριμων ορίων του, υποδυόμενος έναν οργισμένο και καταρρακωμένο πατέρα, του οποίου ο θυμός συχνά υπερισχύει της λογικής. Αν και αποτελεσματικός, ο ρόλος δεν προσφέρει κάτι ουσιαστικά νέο. Η Μίνι Ντράιβερ, στον ρόλο της συζύγου του, Ίνγκριντ, αρχικά φαίνεται να αξιοποιείται ελάχιστα, αν και η σειρά υπονοεί ότι ο χαρακτήρας της θα αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα στη συνέχεια.


Το καστ των δευτερευόντων ρόλων έχει ενδιαφέρον, αλλά είναι άνισα γραμμένο. Η αστυνομική έρευνα συνοδεύεται από άβολες απόπειρες χιούμορ και φιλοσοφικών σχολίων που συγκρούονται με τον κατά τα άλλα σκοτεινό τόνο της αφήγησης. Αυτές οι στιγμές, αντί να προσθέτουν βάθος, υπονομεύουν τη σοβαρότητα του κεντρικού μυστηρίου. Παράλληλα, δευτερεύουσες ιστορίες που αφορούν επαγγελματίες εγκληματίες, μία ιδιωτική ερευνήτρια που μάλλον χαλάει όλη τη σειρά και άλλες εξαφανίσεις μοιάζουν τόσο προβλέψιμες, ενισχύοντας την αίσθηση επανάληψης.
Οπτικά, «Η Φυγή» ανταποκρίνεται στα καθιερωμένα πρότυπα του Netflix για αστυνομικά δράματα: καλαίσθητο, σκοτεινό και λειτουργικό. Ωστόσο, σπάνια ξεχωρίζει αισθητικά ή θεματικά. Ένα Χάρλαν Κόμπεν déjà vu που δεν θες να σου έρθει.
Τελικά, η σειρά οκτώ επεισοδίων δεν αποτυγχάνει, αλλά ούτε και συναρπάζει. Προσφέρει ακριβώς αυτό που αναμένει κανείς από ένα σύγχρονο τηλεοπτικό θρίλερ: σταθερό ρυθμό, αξιοπρεπείς ερμηνείες και μια αδιάκοπη αλυσίδα αποκαλύψεων. Για τους πιστούς φίλους των διασκευών του Χάρλαν Κόμπεν, αυτό ίσως αρκεί. Αν και μάλλον μιλάμε για την πιο αδύναμη δουλειά του τα τελευταία χρόνια. Για τους υπόλοιπους, πρόκειται για μία απλώς ικανοποιητική, αλλά τελικά αδιάφορη προσθήκη στο είδος του αστυνομικού μυστηρίου και θρίλερ.










