Η πόλη αρχίζει να αλλάζει ξανά, επειδή θυμήθηκε κάτι παλιό: χωρίς γειτονιές, χωρίς περπάτημα και χωρίς ανθρώπινη κλίμακα δεν μπορεί πραγματικά να λειτουργήσει.
Για δεκαετίες ο αστικός σχεδιασμός αντιμετώπισε την πόλη σαν πρόβλημα προς επίλυση με όρους ταχύτητας. Πιο φαρδιοί δρόμοι, περισσότερα αυτοκίνητα, λιγότερες στάσεις. Η πόλη οργανώθηκε γύρω από τη μετακίνηση και όχι γύρω από τη ζωή. Το αποτέλεσμα το γνωρίζουμε καλά: γειτονιές που διαλύθηκαν, δημόσιος χώρος που συρρικνώθηκε, άνθρωποι που έμαθαν να περνούν από τον τόπο τους χωρίς να τον κατοικούν πραγματικά. Σήμερα κάτι αλλάζει. Η έννοια της γειτονιάς επιστρέφει από ανάγκη.
Η "ανάγνωση" της πόλης σε ανθρώπινη κλίμακα μοιάζει απλή, σχεδόν αυτονόητη κι όμως για χρόνια θεωρήθηκε αναχρονιστική. Ο άνθρωπος έπρεπε να προσαρμοστεί στην πόλη και σε ένα συγκεκριμένο στερεότυπο αυτής. Η walkable city έρχεται να αντιστρέψει αυτή τη λογική. Μια πόλη όπου μπορείς να περπατήσεις δεν είναι απλώς μια πόλη με πεζοδρόμια. Είναι μια πόλη όπου οι αποστάσεις έχουν νόημα, όπου οι καθημερινές ανάγκες βρίσκονται κοντά, όπου το περπάτημα δεν είναι αγγαρεία αλλά φυσική επιλογή, που εκτός των άλλων βελτιώνει την ποιότητα ζωής.

Η γειτονιά λειτουργεί ως μονάδα ζωής. Εκεί συναντιούνται οι ρυθμοί, οι μικρές οικονομίες, οι κοινωνικές σχέσεις. Όταν όλα απαιτούν αυτοκίνητο, η γειτονιά παύει να υπάρχει ως εμπειρία, μετατρέπεται σε ζώνη διέλευσης. Το αυτοκίνητο είναι τρόπος οργάνωσης του χώρου και αυτός ο τρόπος έχει κόστος: περιβαλλοντικό, κοινωνικό, ψυχολογικό. Όλα αυτά επανέρχονται στην πρώτη γραμμή. Οι ευέλικτες πόλεις δεν πολεμούν το αυτοκίνητο από ιδεολογία. Το απομακρύνουν από το κέντρο της καθημερινότητας γιατί απλώς δεν χωρά παντού. Όταν ο δρόμος σχεδιάζεται για αυτοκίνητα, ο πεζός γίνεται εμπόδιο. Όταν σχεδιάζεται για ανθρώπους, το αυτοκίνητο γίνεται φιλοξενούμενος. Αυτή η αντιστροφή αλλάζει τα πάντα: από το πως κινούμαστε, μέχρι το πως συναντιόμαστε.
Η ζωή πέρα από το αυτοκίνητο δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν. Είναι απάντηση σε ένα παρόν κορεσμένο. Κυκλοφοριακή συμφόρηση, ηχορύπανση, άγχος, ατυχήματα, εξάρτηση από καύσιμα. Όλα αυτά δεν είναι παράπλευρες απώλειες, είναι δομικά χαρακτηριστικά ενός μοντέλου που εξαντλήθηκε. Η επάνοδος της γειτονιάς είναι στην ουσία μια επάνοδος της εγγύτητας. Του "λίγο πιο κοντά" αντί για το "λίγο πιο γρήγορα". Ο αστικός σχεδιασμός σε ανθρώπινη κλίμακα δίνει προτεραιότητα στη συνάντηση. Πλατείες που δεν είναι απλώς κόμβοι, αλλά τόποι. Δρόμοι που επιτρέπουν στάση, όχι μόνο διέλευση. Μαγαζιά που εξυπηρετούν καθημερινές ανάγκες, όχι μόνο κατανάλωση. Το περπάτημα δημιουργεί τριβή και η τριβή δημιουργεί κοινωνία. Όταν βλέπεις τον ίδιο άνθρωπο κάθε μέρα στο ίδιο καφέ, στο ίδιο πάρκο αρχίζει να χτίζεται κάτι που καμία εφαρμογή δεν μπορεί να αντικαταστήσει.
Υπάρχει και μια βαθιά πολιτική διάσταση σε όλα αυτά. Η πόλη του αυτοκινήτου ευνοεί εκείνον που έχει πρόσβαση, χρόνο και χρήμα. Η walkable πόλη είναι πιο δημοκρατική, δεν απαιτεί άδεια, δίπλωμα, καύσιμο. Επιτρέπει σε παιδιά, ηλικιωμένους, ανθρώπους με αναπηρίες να συμμετέχουν στον δημόσιο χώρο. Η γειτονιά γίνεται πεδίο ισότητας, όχι αποκλεισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πόλεις που επενδύουν στην ανθρώπινη κλίμακα βλέπουν οφέλη και στην ψυχική υγεία. Το περπάτημα μειώνει το άγχος, ενισχύει την αίσθηση ελέγχου, δημιουργεί ρυθμό. Η αποσύνδεση από το αυτοκίνητο σημαίνει και αποσύνδεση από τη μόνιμη βιασύνη. Η ζωή αποκτά ενδιάμεσα.
Το αυτοκίνητο έχει ενσωματωθεί στην ταυτότητα της πόλης. Όμως κάθε φορά που ένας δρόμος γίνεται πεζόδρομος, κάθε φορά που μια πλατεία γεμίζει ανθρώπους αντί για παρκαρισμένα οχήματα, αποδεικνύεται κάτι απλό: οι πόλεις αντέχουν και χωρίς να κινούνται συνεχώς. Η γειτονιά επιστρέφει γιατί προσφέρει κάτι που λείπει. Αίσθηση ανήκειν. Κλίμακα που μπορείς να καταλάβεις, ρυθμό που δε σε εξαντλεί. Σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο απρόσωπος, η γειτονιά είναι ο χώρος όπου η πόλη ξαναγίνεται ανθρώπινη και βιώσιμη κι ίσως αυτό να είναι το πιο ριζοσπαστικό όραμα για το μέλλον των πόλεων: όχι να πάνε πιο γρήγορα, αλλά να σταθούν λίγο πιο κοντά στους ανθρώπους που τις κατοικούν.










