Εσύ πόσο κοντά είσαι στον στόχο;


Για χρόνια, το work–life balance παρουσιαζόταν σαν το απόλυτο ζητούμενο: να δουλεύεις αρκετά, αλλά όχι υπερβολικά· να έχεις χρόνο για τη ζωή σου, χωρίς να νιώθεις ενοχές· να είσαι παραγωγικός, αλλά και παρών. Στην πράξη, όμως, για πολλούς νέους σήμερα μοιάζει περισσότερο με μύθο παρά με ρεαλιστικό στόχο.

Ζούμε σε μια εποχή όπου η δουλειά δεν τελειώνει ποτέ. Τα emails φτάνουν στο κινητό οποιαδήποτε ώρα, τα deadlines μετακινούνται, οι απαιτήσεις αυξάνονται. Το “σχόλασα” δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αποσυνδέθηκες. Και κάπως έτσι, η προσωπική ζωή αρχίζει να στριμώχνεται στα κενά του προγράμματος — αν υπάρχουν.

Ιδιαίτερα για τη νέα γενιά, το work–life balance γίνεται ακόμα πιο περίπλοκο. Από τη μία, υπάρχει η ανάγκη για επαγγελματική αποκατάσταση, οικονομική ασφάλεια, εξέλιξη. Από την άλλη, η έντονη επιθυμία να μη χαθεί η ζωή μέσα στη δουλειά. Να υπάρχει χρόνος για φίλους, σχέσεις, ξεκούραση, προσωπικά όνειρα. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά νιώθεις πως αν δεν τα δώσεις όλα στη δουλειά, μένεις πίσω.

Η κουλτούρα της συνεχούς παραγωγικότητας δεν βοηθά. Μας έμαθαν ότι πρέπει να είμαστε πάντα απασχολημένοι, πάντα διαθέσιμοι, πάντα “on”. Ότι η ξεκούραση είναι πολυτέλεια και όχι ανάγκη. Ότι αν κουραστείς, απλώς δεν προσπαθείς αρκετά. Το αποτέλεσμα; Burnout σε ολοένα και μικρότερες ηλικίες.

Κι όμως, το work–life balance δεν σημαίνει να μοιράζεις τον χρόνο σου αυστηρά στη μέση. Δεν είναι μαθηματικός τύπος. Είναι κάτι πολύ πιο προσωπικό. Για κάποιους, σημαίνει να δουλεύουν σκληρά για ένα διάστημα και μετά να επιτρέπουν στον εαυτό τους να επιβραδύνει. Για άλλους, να θέτουν όρια από την αρχή. Το balance δεν είναι στατικό — αλλάζει μαζί σου.

Το μεγάλο ερώτημα ίσως δεν είναι αν το work–life balance είναι μύθος ή στόχος, αλλά ποια ζωή θέλουμε να υποστηρίζει η δουλειά μας. Δουλεύουμε για να ζούμε ή ζούμε για να δουλεύουμε; Όταν η δουλειά αρχίζει να καταλαμβάνει κάθε πτυχή της καθημερινότητας, κάτι χάνεται. Και αυτό το κάτι είναι συνήθως η επαφή με τον εαυτό μας.

Η νέα γενιά δείχνει να το καταλαβαίνει αυτό πιο καθαρά. Δεν φοβάται να μιλήσει για ψυχική υγεία, να διεκδικήσει ευελιξία, να πει “όχι” σε τοξικές συνθήκες. Δεν σημαίνει ότι δεν θέλει να δουλέψει — σημαίνει ότι θέλει να δουλέψει χωρίς να διαλυθεί.

Ίσως, τελικά, το work–life balance να μην είναι μύθος, αλλά ούτε και ένας τέλειος στόχος που κατακτιέται και μένει για πάντα. Είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση. Μια προσπάθεια να ακούμε τα όριά μας, να τα σεβόμαστε και να τα επαναπροσδιορίζουμε.

Γιατί μια επιτυχημένη καριέρα δεν έχει νόημα αν δεν υπάρχει ενέργεια να τη χαρείς. Και μια γεμάτη ζωή χρειάζεται χώρο — όχι μόνο στο ημερολόγιο, αλλά και στο μυαλό. Το πραγματικό balance δεν βρίσκεται ανάμεσα στη δουλειά και τη ζωή, αλλά στο πώς φροντίζουμε τον εαυτό μας μέσα και στα δύο.