Το ψηφιακό χάσμα φαίνεται στις ευκαιρίες που χάνονται, στις φωνές που δεν ακούγονται και στους ανθρώπους που μένουν πίσω χωρίς να ξέρουν καν γιατί.


Το ψηφιακό χάσμα συχνά περιγράφεται με όρους ταχύτητας σύνδεσης, πρόσβασης σε συσκευές ή γνώσης χρήσης πλατφορμών. Αυτή η περιγραφή είναι βολική, γιατί μετατρέπει ένα βαθιά πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα σε τεχνικό πρόβλημα. Αγοράζεις εξοπλισμό, μοιράζεις tablets, στήνεις Wi-Fi και θεωρείς ότι έλυσες το θέμα. Η πραγματικότητα είναι πιο άβολη. Το ψηφιακό χάσμα δε ξεκινά από την τεχνολογία, αλλά από την κοινωνία και απλώς αποτυπώνεται ψηφιακά. 

Η ανισότητα δεν γεννήθηκε με το ίντερνετ. Υπήρχε ήδη στις οικογένειες, στα σχολεία, στις γειτονιές, στην αγορά εργασίας. Η ψηφιακή μετάβαση απλώς την έκανε πιο ορατή και συχνά πιο σκληρή. Όταν μιλάμε για ψηφιακό χάσμα, στην ουσία μιλάμε για ανθρώπους που δεν έχουν χρόνο, χώρο, υποστήριξη και ασφάλεια για να μάθουν, να πειραματιστούν και να αποτύχουν. Η τεχνολογία δεν εξισώνει από μόνη της, ενισχύει ό,τι ήδη υπάρχει. 

Ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα σπίτι με οικονομική πίεση, χωρίς ήρεμο χώρο μελέτης, χωρίς γονείς που έχουν χρόνο ή ψηφιακή άνεση, δε θα αποκτήσει απλώς ψηφιακές δεξιότητες επειδή του δόθηκε ένα tablet. Θα μάθει να πατάει κουμπιά, όχι να σκέφτεται ψηφιακά. Αντίθετα, ένα παιδί που ζει σε περιβάλλον με σταθερότητα, ενθάρρυνση και πρόσβαση σε πολιτισμικό κεφάλαιο θα μετατρέψει την ίδια συσκευή σε εργαλείο μάθησης, δημιουργίας και αυτοπεποίθησης. Η συσκευή είναι ίδια, το αποτέλεσμα όχι κι αυτό το φαινόμενο είναι ολοένα εντεινόμενο στο παρόν. 

DIGITAL GAP

Το ίδιο ισχύει και για τους ενήλικες. Το ψηφιακό χάσμα στην εργασία δεν αφορά μόνο την ηλικία ή την εξοικείωση με το λογισμικό. Αφορά τη θέση. Όσοι βρίσκονται σε επισφαλείς συνθήκες εργασίας έχουν λιγότερο περιθώριο να εκπαιδευτούν, να αλλάξουν, να ρισκάρουν. Η ψηφιακή προσαρμοστικότητα απαιτεί ψυχικό χώρο. Όταν η επιβίωση είναι το πρώτο ζητούμενο, η επιμόρφωση γίνεται πολυτέλεια

Συχνά κατηγορούμε τους ανθρώπους ότι “δεν θέλουν να μάθουν”. Σπάνια αναρωτιόμαστε αν μπορούν. Η εκμάθηση ψηφιακών δεξιοτήτων προϋποθέτει αυτοπεποίθηση, αίσθηση ότι έχεις δικαίωμα στο λάθος, ότι δεν θα γελοιοποιηθείς, ότι δεν θα τιμωρηθείς. Αυτά δεν είναι τεχνικά ζητήματα, είναι κοινωνικά. Όποιος έχει μεγαλώσει μαθαίνοντας να σιωπά, να μην εκτίθεται και να μην κάνει λάθη, δύσκολα θα αγκαλιάσει ένα περιβάλλον που απαιτεί συνεχή πειραματισμό. 

Στην εκπαίδευση, το ψηφιακό χάσμα εμφανίζεται συχνά ως πρόβλημα εξοπλισμού. Η αλήθεια είναι ότι εμφανίζεται κυρίως ως πρόβλημα σχέσης. Σχέσης με τη γνώση, με την εξουσία, με το λάθος. Όταν ο μαθητής δεν αισθάνεται ότι ανήκει στο σχολείο, καμία πλατφόρμα δεν θα τον εντάξει. Όταν ο εκπαιδευτικός λειτουργεί σε καθεστώς εξάντλησης και απαξίωσης, καμία ψηφιακή καινοτομία δεν θα ανθίσει. Η τεχνολογία δεν θεραπεύει την αποσύνδεση, τη μεγεθύνει.  Άλλοι χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για να καταναλώνουν, άλλοι για να δημιουργούν, άλλοι για να παρακολουθούν, άλλοι για να συμμετέχουν. Αυτή η διαφορά δεν έχει να κάνει με το bandwidth, αλλά με το κοινωνικό κεφάλαιο. Με το αν έχεις μάθει ότι η φωνή σου μετρά, ότι μπορείς να παράγεις νόημα, όχι απλώς να το καταναλώνεις

Η συζήτηση για το ψηφιακό χάσμα συχνά αποφεύγει το πιο δύσκολο κομμάτι: την ευθύνη της κοινωνίας. Είναι πιο εύκολο να μιλάς για τεχνολογικές λύσεις παρά για κοινωνικές ανισότητες. Πιο εύκολο να χρηματοδοτείς πλατφόρμες παρά να επενδύεις σε σχέσεις, κοινότητες και εμπιστοσύνη. Όμως χωρίς αυτά η ψηφιακή μετάβαση λειτουργεί σαν φίλτρο που ξεχωρίζει τους ήδη ισχυρούς από τους ήδη αδύναμους

Το ψηφιακό χάσμα δεν κλείνει με manuals. Κλείνει με πολιτικές που μειώνουν την ανασφάλεια, με εκπαιδευτικά περιβάλλοντα που δεν τιμωρούν την άγνοια, με εργασιακούς χώρους που δίνουν χρόνο για μάθηση. Κλείνει όταν η τεχνολογία αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό εργαλείο και όχι ως ατομικό τεστ επάρκειας. Όσο συνεχίζουμε να μιλάμε για το ψηφιακό χάσμα σαν να είναι απλώς θέμα δεξιοτήτων, θα αποτυγχάνουμε να το αντιμετωπίσουμε, γιατί το πρόβλημα δεν είναι ποιος ξέρει να χρησιμοποιεί την τεχνολογία. Το πρόβλημα είναι ποιος έχει το δικαίωμα να τη χρησιμοποιεί χωρίς φόβο και αυτό είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα, κοινωνικό ζήτημα