Η παγκόσμια απογείωση του Game of Thrones έφερε πρωτοφανή πίεση για το φινάλε, περιόρισε τη διάρκεια της σειράς και ενίσχυσε τις προσδοκίες/αντιδράσεις του κοινού, συμβάλλοντας στη διχαστική υποδοχή των τελευταίων σεζόν.


Υπάρχει μια «οκτάσεζονη» παραγωγή του HBO που αγαπήθηκε τόσο πολύ, ώστε τελικά βρέθηκε αντιμέτωπη με τις παρενέργειες της ίδιας της επιτυχίας της. Το HBO έχει χτίσει εδώ και χρόνια τη φήμη ενός δικτύου που παραδίδει σειρές-σταθμούς, από το The Sopranos μέχρι το Succession και το Band of Brothers.

Παρότι πολλές από αυτές τις δουλειές θεωρούνται κορυφαίες, δεν μετατράπηκαν όλες σε καθολικά, παγκόσμια φαινόμενα. Το Succession, για παράδειγμα, απέκτησε έντονη αναγνώριση σε κοινό και βιομηχανία, χωρίς όμως να κατακλύσει την pop κουλτούρα σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Αντίθετα, μια σειρά που έφτασε σε επίπεδο παγκόσμιου IP ήταν το Game of Thrones. Η επιρροή του αποτυπώθηκε και στη συνέχεια του σύμπαντος, καθώς τα spin-offs εξακολουθούν να κρατούν ζωντανό το franchise και μετά το τέλος των οκτώ σεζόν της αρχικής σειράς.

Το παράδοξο είναι ότι αυτή η εκρηκτική δημοτικότητα λειτούργησε και ως...«μπούμερανγκ». Όσο μεγάλωνε το κοινό, τόσο αυξανόταν και ο έλεγχος πάνω στην πλοκή, στις επιλογές των δημιουργών και, τελικά, στον τρόπο που θα έκλεινε η ιστορία.

Η εκτόξευση της τηλεθέασης έφερε και ασφυκτική πίεση για το φινάλε

Οι πρώτες τέσσερις σεζόν του Game of Thrones συνέβαλαν στο να αλλάξει η αντίληψη για το τι μπορεί να πετύχει η τηλεόραση σε κλίμακα, αφήγηση και παραγωγή. Παράλληλα, η απήχησή του ανέβαινε συνεχώς, σε μια εποχή που η «ζωντανή» συζήτηση γύρω από κάθε επεισόδιο γινόταν ολοένα πιο δυνατή.

Η σειρά συνδύαζε επιτυχία και κριτική αναγνώριση, κερδίζοντας τη φήμη της ως τηλεοπτικό γεγονός που ξεπερνούσε τα συνηθισμένα πρότυπα. Σταδιακά, από τις πρώτες σεζόν, το Game of Thrones έγινε πολιτισμικό σημείο αναφοράς.

Με κάθε νέα σεζόν, η επιρροή της μεγάλωνε. Η σειρά βρισκόταν παντού, ακόμη και όσοι δεν την παρακολουθούσαν γνώριζαν χαρακτήρες, σκηνές και βασικές εξελίξεις. Για τους πιστούς θεατές, κάθε επεισόδιο ήταν μέρος μιας ιστορίας που εξελισσόταν επί οκτώ χρόνια και είχε αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην τηλεοπτική κουλτούρα.

Η αναμονή για το τέλος μετατράπηκε σε μια από τις μεγαλύτερες προσμονές που έχει γνωρίσει η σύγχρονη τηλεόραση. Μαζί, όμως, ήρθε και μια σχεδόν συλλογική απαίτηση. Το Game of Thrones «έπρεπε» να κλείσει με τρόπο που να δικαιώνει την αφοσίωση εκατομμυρίων ανθρώπων.

Αυτού του μεγέθους η πίεση είναι δύσκολο να τη σηκώσει οποιοδήποτε φινάλε. Παρ’ όλα αυτά, ήταν σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτη, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι η 8η σεζόν κορυφώθηκε με μέσο όρο 11,99 εκατομμύρια θεατές στις ΗΠΑ, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο νούμερο της σειράς.

Η δημοτικότητα έκανε δύσκολη τη συνέχιση πέρα από τις οκτώ σεζόν

Εκτός από το βάρος του φινάλε, η επιτυχία δημιούργησε εμπόδια και ως προς τη διάρκεια. Σύμφωνα με αναφορές, το HBO ήταν πρόθυμο να χρηματοδοτήσει περισσότερες σεζόν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για όσα επεισόδια χρειάζονταν.

Ωστόσο, οι showrunners David Benioff και Dan Weiss επέλεξαν να κλείσουν τη σειρά με μια τελευταία σεζόν μόλις έξι επεισοδίων. Η απόφαση αυτή έβαλε το σύμπαν στην τελική ευθεία, αλλά ταυτόχρονα ενίσχυσε την αίσθηση ότι ο διαθέσιμος χρόνος για να «δέσουν» όλα τα νήματα ήταν περιορισμένος.

Στο πώς η σειρά έγινε «θύμα» της φήμης της, αναφέρεται συχνά και μια ακόμη παράμετρος. Η συμφωνία των Benioff και Weiss με τη Lucasfilm για να γράψουν και να παράγουν μια νέα σειρά ταινιών Star Wars. Είναι εύλογο ότι χωρίς τη διεθνή αναγνώριση και την εμπορική ισχύ του Game of Thrones, μια τέτοια επαγγελματική εξέλιξη θα ήταν λιγότερο πιθανή.

Υπήρχε και ο παράγοντας του cast, καθώς αρκετοί πρωταγωνιστές πέρασαν σε μεγαλύτερα franchises ή σε άλλα μεγάλα projects, κάτι που ενισχύθηκε από τη δημοσιότητα που τους έδωσε η σειρά. Παράλληλα, οι υψηλές αμοιβές των μεγαλύτερων ονομάτων, αναφερόμενες ως 1 εκατομμύριο δολάρια ανά επεισόδιο στην τελευταία σεζόν, συνδέθηκαν άμεσα με το πόσο τεράστια ήταν η ζήτηση για το brand.

Τέλος, το ίδιο το «θέαμα» που ταυτίστηκε με το Game of Thrones αύξησε τις απαιτήσεις. Mεγάλες μάχες, υψηλή παραγωγή, κλιμάκωση σε επίπεδο που δύσκολα διατηρείται για πολλά χρόνια. Όσο πιο ψηλά ανέβαινε ο πήχης, τόσο πιο δύσκολη γινόταν η προοπτική μιας μακρύτερης πορείας.

Κάποιες διαδικτυακές προβλέψεις ήταν αδύναμες, άλλες όμως θεωρήθηκαν από πολλούς ιδιαίτερα εμπνευσμένες. Όταν τελικά προβλήθηκε το φινάλε, η αντίδραση ήταν έντονα διχαστική και για αρκετούς απογοητευτική, εν μέρει επειδή οι δημοφιλείς θεωρίες είχαν ήδη «εκπαιδεύσει» το κοινό να περιμένει άλλες, πιο ικανοποιητικές εκδοχές.

Η υπερβολική προβολή έφερε και την αντίδραση: «μόδα» η απαξίωση

Υπήρξε, τέλος, και μια πλευρά που δεν αφορά μόνο τους φανατικούς θεατές. Στη σύγχρονη κουλτούρα των media, η τεράστια δημοτικότητα συχνά μετατρέπεται σε στόχο διαδικτυακής απαξίωσης, σαν να είναι «cool» να απορρίπτεις ό,τι βλέπουν όλοι.

Το Game of Thrones το έζησε αυτό στο απόγειό του. Σε κοινωνικές συναναστροφές δεν ήταν σπάνιο να συναντά κανείς ανθρώπους που δήλωναν με περηφάνια ότι δεν είχαν δει ούτε ένα επεισόδιο, σαν να ήταν «παράσημο» η αποστασιοποίηση από το πιο πολυσυζητημένο τηλεοπτικό προϊόν της εποχής.

Όπως συμβαίνει συχνά με τον διαδικτυακό θόρυβο, αυτή η στάση μπορεί να γίνει μεταδοτική. Έτσι, ακόμη και πριν από το πολυσυζητημένο τέλος, είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται μια τάση αρνητισμού γύρω από τη σειρά, ακριβώς επειδή ήταν παντού.

Με άλλα λόγια, η επιτυχία που έκανε το Game of Thrones παγκόσμιο φαινόμενο, έφερε ταυτόχρονα πίεση, κλιμάκωση απαιτήσεων και προσδοκιών, αλλά και ένα κύμα αντίδρασης. Και όλα αυτά συνέβαλαν στο να μοιάζει, στο τέλος, σαν να λύγισε κάτω από το ίδιο του το βάρος.